Ο Αλπινισμός στην Ελλάδα


Ένας φίλος από Γαλλία, μου έστειλε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «L’ Alpinisme en Grece», από το γαλλικό περιοδικό «La Montagne et Alpinisme» του 1963, τεύχος Οκτωβρίου! Ο αρθρογράφος υπογράφει με το όνομα Jason Hadjidinas αλλά δεν κατάφερα να μάθω περισσότερα για αυτόν. Ακολουθεί ελεύθερη μετάφραση του άρθρου στα Ελληνικά. Προσπάθησα να αποδώσω, όσο το δυνατόν καλύτερα, το νόημα και να κρατήσω το ύφος του πρωτότυπου. Τα γαλλικά μου όμως είναι φτωχά… Παρακαλώ, να δείξετε επιείκεια, να διαβάσετε με επιφύλαξη και να βοηθήσετε, αν μπορείτε, στην βελτίωση της μετάφρασης με τυχόν διορθώσεις ή παρατηρήσεις! Οι λέξεις ή οι προτάσεις που βρίσκονται μέσα σε αγκύλες, με πλάγια γραμματοσειρά, είναι αυτές που έχω βάσιμες αμφιβολίες για την μετάφραση και το νόημα τους. Οι φωτογραφίες είναι σκαναρισμένες (σε μέτρια ανάλυση δυστυχώς) από το πρωτότυπο. Στο τέλος του άρθρου μπορείτε να βρείτε τις σκαναρισμένες σελίδες από το περιοδικό. Σας προτείνω να διαβάσετε αυτές αν γνωρίζετε γαλλικά!

Ο Αλπινισμός στην Ελλάδα

του Jason Hadjidinas

Όλυμπος
Όλυμπος

I. Το πεδίο δράσης

Οι γάλλοι ορειβάτες μισοί έκπληκτοι, μισοί δύσπιστοι: «Μα υπάρχουν βουνά, που να αξίζουν να λέγονται βουνά, στην Ελλάδα, εκτός (με ευλάβεια και σεβασμό – αλλά είναι μια ευλάβεια που έχει να κανει με την μυθολογία όχι την ορειβασία) του Ολύμπου φυσικά;»
Le Grec: «Η Ελλάδα είναι μια χώρα προνομιακή από άποψη γεωγραφίας… μια χώρα βασικά ορεινή, δείτε το χάρτη… κύριοι, τα ψηλά ελληνικά βουνά .. Ευτυχώς για εμάς, ένα μελλοντικό θέρετρο για χειμερινά σπόρ, τα πλήθη των ξένων σκιέρ θα έρχονται τρέχοντας το χειμώνα, ακόμη και ξένοι ορειβάτες θα ανταγωνίζονται στο μέλλοντικό ελληνικό Chamonix «.
Στην πραγματικότητα, αν και τα βουνά καταλαμβάνουν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας και σχεδόν όλες οι ελληνικές κορυφές έχουν τουλάχιστον μια αρκετά απότομη πλαγιά, με αναρριχητικό ενδιαφέρον, δεν υπάρχουν πολύ ψηλά βουνά. Τα περισσότερα ελληνικά βουνά έχουν ύψος περίπου 2500μ. και μόνο ο Όλυμπος πλησιάζει τα 3.000μ. Δεν υπάρχουν παγετώνες ή αιώνια χιόνια και σε όλες τις κορφές υπάρχει μια διαδρομή με εύκολη πρόσβαση. Οι περισσότερες ελληνικές ορθοπλαγιές δεν υπερβαίνουν τα 400-500μ. Μερικοί ωστόσο τοίχοι υπολογίζονται, από ορειβάτες, να έχουν ύψος 700-900μ. ή ακόμη και 1200μ. στην Γκιώνα. Τέτοιες ορθοπλαγίες που παρουσιάζουν δυνατότητες αναρρίχησης βρίσκονται διάσπαρτες σε όλη την Ελλάδα.
Ο βράχος είναι σχεδόν πάντα αρκετά εύθραυστος ή ακόμα και πολύ εύθραυστος ασβεστόλιθος. Σαθρά, πιασίματα που σπάνε και η πτώση βράχων, είναι το κεντρικό μοτίβο στην Ελληνική ορειβασία.
Το μοναδικό ολοκληρωμένο έγγραφο, είναι έργο του Ορέστη Κωλέττη, γραμμένο στα γερμανικά. Περιέχει πληροφορίες που αφορούν στην προσέγγιση και στην πεζοπορία, αλλά οι αναρριχητικές διαδρομές περιγράφονται εν συντομία. Στις περισσότερες ορθοπλαγιές υπάρχουν καταφύγια που ανήκουν είτε σε κάποιο Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο, είτε στην Ομοσπονδία Πεζοπορικών Συλλόγων. Αυτά τα καταφύγια, σχεδιασμένα για αλπική πεζοπορία, γενικά εξυπηρετούν τους πεζοπόρους, αλλά χρησιμοποιούνται και από αναρριχητές.
Το πιο γνωστό βουνό είναι ο Ολύμπος, βορειοανατολικά της Θεσσαλίας, στα νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης, κοντά στο Αιγαίο Πέλαγος. Το 1913, η ανάβαση στην κορυφή Μύτικας (2918 μ) από τους Baud Bovy, Boissonnas και το ντόπιο»οδηγό» Κάκκαλο, είναι ένα ορόσημο στην ιστορία της Ελληνικής ορειβασίας.

Οι κύριοι ορεινοί όγκοι της Ελλάδας
Οι κύριοι ορεινοί όγκοι της Ελλάδας

Είναι ένα βουνό αρκετά μεγάλο από αναρριχητική άποψη. Αρκετές διαδρομές έχουν ήδη ανοιχτεί, κάποιες δεν είναι πολύ μακριά από το Μύτικα και το Στεφάνι και το ανάπτυγμα τους κυμαίνεται από 250 έως 400 μ. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη διαδρομή των Bernard Huhn, Horst Wiedman και Werner Huhn (τα ονόματα των ορειβατών, σύμφωνα με το Ελληνικό έθιμο, είναι ανάλογα με την θέση που είχαν στην σχοινοσυντροφιά), που ανοίχτηκε στις 4 και 5 Αυγούστου 1955 στο Στεφάνι (400 ED). Τη διαδρομή των φίλων μου Λιάγκου – Τσαμακίδη (Πρόεδρο του Συνδέσμου Ελλήνων Ορειβατών (ΣΕΟ) και ένας από τους πιο δραστήριους Έλληνες αναρριχητές), που ανοίχτηκε το 1957 και θεωρείται μια από τις δυσκολότερες στη Ελλάδα. Επίσης η ανάβαση στον Μύτικα από το couloir – cheminée της δυτικής όψης, στις 29 και 30 Ιουλίου 1957, από τον Μιχαηλίδη και έναν νεαρό κάτοικο του Λιτοχώρου, χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου. Η διαδρομή έχει αξιολογηθεί από τους ανοίξαντες «Sesto Superiore».
Επισημαίνεται, ότι οι διαδρομές καταγράφονται σύμφωνα με την περιγραφή και τα στοιχεία που έδωσαν οι ανοίξαντες. Η αυστηρότητα της βαθμολογίας στην Ελλάδα συμπίπτει με εκείνη των διαδρομών στις Άπλεις. Πράγμα που μπορώ να το επιβεβαιώσω με μεγάλη σιγουρία. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια τάση, ιδίως μεταξύ ορισμένων αναρριχητών, οι οποίοι συντελούν στην πρόοδο, να βαθμολογούν πιο αυστηρά.
Λιγότερο διάσημη από τον Ολύμπο, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα από άποψη αναρριχητική, είναι η οροσειρά της Τύμφης στην Βορειοδυτική Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Γκαμήλας, της Tσουκαρόσα και της Αστράκας.

Τύμφη - Γκαμήλα I
Τύμφη – Γκαμήλα I

Οι τρεις κορυφές της Γκαμήλας (η ψηλότερη 2497μ) έχουν ενδιαφέροντες τοίχους με ανάπτυγμα 450 μ. Στο βορειοανατολικό πρόσωπο της Γκαμήλας, μια διαδρομή 450 m, που ανοίχτηκε από τους Μιχαηλίδη και Ξανθόπουλο, βαθμολογήθηκε TD sup. Η σημαντικότερη όμως διαδρομή στα βορειοδυτικά βουνά, και ίσως η πιο όμορφη στην Ελλάδα, είναι αυτή που άνοιξε ο Guido Magnone το 1960 με τον Αντύπα, στον κεντρικό πυλώνα της ανατολικής πλευρά (450m, TD sup). Μια άλλη διαδρομή, όμορφη και πολύ σημαντική, έχει ανοιχτεί στην Γκαμήλα II (2480m), στις 7 Αυγούστου του 1963, στην βόρια κόψη από τον Habib Zerf και τον Γαληνό (Γενικό Γραμματέα του ΣΕΟ) (TD, 400μ, πολύ αέρινη).
Αρκετές άλλες διαδρομές, λιγότερο σημαντικές και πιο εύκολες, άνοιχτηκαν στην Γκαμήλα και την Αστράκα, με αφορμή την ορειβατική συνάντηση που οργάνωσε ο ΣΕΟ το 1961, όπως αυτή στη βόρεια κορυφογραμμή, με περάσματα IV και V βαθμού,που ανοίχτηκε από τους Ιδοσίδη και Τσαντίλη και επανέλαβε το 1962 ο Ιδοσίδης με τον Κάρλο.
Η Τσουκαρόσα βρίσκεται 5 χλμ μακριά, σε ευθεία γραμμη, από την κεντρική Γκαμήλα (12 χιλιόμετρα συνολικά). Μια μόνο διαδρομή έχει ανοιχτεί στο βορειοδυτικό μέτωπο, στις 17 Ιούνη του 1955, από τους Μιχαηλίδη και Χριστοδούλου και βαθμολογήθηκε από τους ανοίξαντες TD, 500μ. Υπάρχουν πλαγιές στα ανατολικά και βορειοανατολικά με ανάπτυγμα 300μ.
Πέρα από αυτές τις διαδρομές, η οροσειρά της Τύμφης μπορεί να θεωρηθεί από τη σκοπιά της αναρρίχησης, σχετικά ανεξερεύνητη και συνεχίζει να προσφέρει πολλές δυνατότητες για περαιτέρω κλιμάκωση.

Αριστερά η διαδρομή Ζερφ - Γεωργιάδη. Δεξια η διαδρομή Ζερφ - Γαληνός - Κάρλος
Γκιώνα. Αριστερά η διαδρομή Ζερφ – Γεωργιάδη. Δεξια η διαδρομή Ζερφ – Γαληνός – Κάρλος

Στα νότια της ηπειρωτικής Ελλάδας, 200 χμ δυτικά της Αθήνας, η Γκιώνα (2510μ), μεταξύ των ορεινών όγκων του Παρνασσού και των Βαρδουσίων, είναι, χάρη στη διάσημη ορθοπλαγία της Συκιάς, ένας από τους σημαντικότερους ορεινούς όγκους της Ελλάδας, από αλπική άποψη. Αυτός ο τοίχος, που προσελκύει έλληνες ορειβάτες από το 1952, έχει συνολικό ύψος των 1200μ.
Μια πρώτη διαδρομή άνοιχτηκε το 1952 στο δυτικό πρόσωπο, από τις σχοινοσυντροφιές Μαρτζούκου – Λέκκα – Βούσιου και Πετρόχειλου – Αλεξόπουλου, οι οποίοι απέφυγαν το ανώτερο δύσκολο μέρος. Στις 27 Οκτωβρίου 1958, οι σχοινοσυντροφιές Λιάγκου – Τσαμακίδη – Αντύπα και Χατζηνικολάου – Ιδοσίδη, κατάφεραν την πρώτη ανάβαση στη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά (D).
Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε την πρώτη ανάβαση στη βόρεια πλευρά της κορυφής της Γκιώνας (TD, 500μ), στις 25 Ιουλίου του 1959, από τον Παριζιάνο Noel Blotti και τον Τσαμακίδη, και στη δυτική όψη στις 24 Ιουλίου 1959, από τους Blotti και Λιάγκο (D , 1350μ). Ομοίως, δύο νέες γραμμές από την Παριζιάνους Nestgen (περάσματα ΙΙΙ και IV βαθμού) και Pillas (TD) συνοδευόμενοι ο καθένας από δύο Έλληνες αναρριχητές. Στη βάση της δυτικής πλευράς υπάρχει ένα ανεστραμμένο, βράχινο τρίγωνο, γυαλισμένο από το νερό, με ύψος περίπου 200 μέτρα, το οποίο απέφευγαν όλες οι σχοινοσυντροφιές. Μετά από πολλές προσπάθειες, στις 25 Οκτωβρίου 1959 οι Μιχαηλίδης – Λεοντιάδης κατάφεραν να αναρριχηθούν σε αυτό τον τοίχο και να βγούν στην [κορυφή] της Γκιώνας (TD sup).
Ένας τελευταίος τομέας, βορειοδυτικά και δυτικά της λεκάνης απορροής, που παρουσιάζει την υψηλότερη υψομετρική διαφορά στην Ελλάδα, παραμένει ανεξερεύνητος. Με σημείο εκκίνησης το Λαζόρεμα, και βάση την κατασκήνωση του ΣΕΟ το 1963, τρεις νέες διαδρομές άνοιχτηκαν, μία στο βορειοδυτικό πρόσωπο, στις 25 του Ιουλίου 1963, από τον Παριζιάνο (είναι αναμφισβήτητα μια ορθοπλαγιά που προσελκύει τους Bleausards*) Zerf και τον Γεωργιάδη (1100 μ, περάσματα IV sup), μια άλλη στη δυτική πλευρά 28 Ιουλίου του 1963 από τους Zerf – Γαληνό – Κάρλο (1100 μ, IV και IV sup) και τέλος, μια τρίτη στην δυτική πλευρά, στις 29 Ιουλίου 1963, από τους Λιάγκο – Saeger – Παναγόπουλο (1200μ, IV και V sup).
Ακόμα πιο κοντά στην Αθήνα, ο ορεινός όγκος του Παρνασσού έχει ύψος 2457m.[ Έχουν ανοιχτεί ορισμένες διαδρομές, σε κάποιους τοίχους με διαφορετικό ανάπτυγμα και μεγαλύτερο τα 1100μ στον Κούκο.] Από τις τρεις γραμμές που ανοίχτηκαν τον Οκτώβριο του 1962, αξίζει να αναφερθεί η διαδρομή TD 850μ., των Τσαμακίδη – Γαληνόυ – Παγανόπουλου.

Βαρδούσια - Αετός, βόρεια κόψη
Βαρδούσια – Αετός, βόρεια κόψη

Στα δυτικά της Γκιώνας, η πανέμορφη οροσειρά των Βαρδουσίων (Κόρακας 2349μ) έχει κορυφές με γκρεμούς και απότομους τοίχους. Είναι η δεύτερη οροσειρά μετά τον Όλυμπο που έχει διερευνηθεί από ορειβάτες. Τριάντα λούκια των 200-300μ , έχουν ανοιχτεί εκεί, με την ευκαιρία των ορειβατικών συναντήσεων του ΣΕΟ το 1958 και 1963. Ο ορεινός όγκος είναι ιδιαίτερα όμορφος το χειμώνα και την άνοιξη.
Δευτερεύοντες ορεινοί όγκοι της ηπειρωτικής Ελλάδα και της Πελοποννήσου, όπως ο Χελμός (2325m), το Αρτεμίσιο (1772m), το Παγγαίου (1956m), η Βαράσοβα, τα Γεράνεια, το Σίρτζι και η Παλιοβούνα, προσφέρουν στους αναρριχητές ενδιαφέρουσες δυνατότητες αναρρίχησης, αλλά το ανάπτυγμα τους είναι σχετικά μικρό και κάποιες διαδρομές έχουν ανοιχτεί.
Τέλος, τα νησιά Εύβοια (Κανδήλι, 1225m) και Κρήτη, στον ορεινό όγκο των Λευκών Ορέων, στον Γκίγκιλο (2080μ), δύο σημαντικές διαδρομές ανοίχτηκαν τον Οκτώβριο του 1960. Η διαδρομή TD, 850μ. στην βόρεια πλευρά σε 15 ώρες, από τον Τσαμακίδη και τον Ιγγλέση (επιστροφή με ραπέλ, σε 5 ώρες, από την διαδρομή), και μια ακόμα D, 950μ. στα βορειο-δυτικό πρόσωπο, σε 11h 30, από τους Κωλέττη – Λιάγκο.
[Όλοι κατηγορούν την κόντρα μεταξύ αναρριχητών και ορειβατών στην Γαλλία (η σχέσεις ωστόσο μεταξύ των υποστηρικτών του Fontainebleau και αυτών του Walker δεν είναι ιδανικές),] δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην Ελλάδα όπου τα βουνα δεν είναι πολύ ψηλά και οι εκπαιδευτικές διαδρομές σημαντικές. Ολοι συμφωνούν στο να ονομάσουν κάποιες πολυσύχναστες διαδρομές, κοντά στην Αθήνα ως «εκπαιδευτικές». Οι τοίχοι στο Φλαμπούρι και Άρμα της Πάρνηθας (περίπου 1500μ), 15 χλμ από την Αθήνα, φτάνουν μερικές φορές τα 100 μέτρα. Στους πρόποδες της Πάρνηθας, στην Βαρυμπόμπη, συναντάμε μικρούς βράχινους τοίχους των 30 μέτρων, από ασβεστόλιθο με καλή πρόσφυση ή αρχαία ελληνικά [ορυχεία], που θα σβήσουν τη λαχτάρα των νοσταλγών του Fontainebleau.

Γκαμήλα II, βόρεια κόψη
Γκαμήλα II, βόρεια κόψη

II. – Ο αλπινισμός.
Λοιπόν, θα πουν κάποιοι, οι αναρριχητικές διαδρομές αφθονούν στην Ελλάδα, αν όχι στην ποιότητα, τουλάχιστον σε ποσότητα. Τί γίνεται όμως με τον αλπινισμό; Η απάντηση είναι λίγο ανησυχητική για τους απογόνους του Ντεκάρτ. Ορειβάτες, βρίσκει κανείς στην Ελλάδα δεκάδες χιλιάδες, αλλά οι χειμερινές αναρριχήσεις που γίνονται κάθε χρόνο κυμαίνονται γύρω στις εικοσι. Είναι γιατί χιλιάδες άνθρωποι θεωρούν οτι είναι αλπινιστές, πολύ λίγοι ωστόσο είναι αυτοί που σπρώχνουν τα όροια και κάνουν αλπινισμό.

Τα Βαρδούσια τον χειμώνα
Τα Βαρδούσια τον χειμώνα

Αν κάποιος θέλει να καθιερώσει μια σύντομη ιστορική αναδρομή, είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω ότι είναι δύσκολο να γνωρίζουμε σε ποια στιγμή εγκαινιάστηκε η ορειβασία στην Ελλάδα ή σε ποια στιγμη ένας βοσκός ή ένας πολεμιστής ανέβηκε μια μάλλον απότομη διαδρομή και έκανε μερικά περάσματα αναρριχητικά. Μεταξύ 1929 και 1933, γίνονται κάποιες αναβάσεις στον Όλυμπο από διαδρομές εύκολες ή κάπως πιο δύσκολες. Το 1934 ο Comici με την Anna Escher άνοιξαν στον ‘Ολυμπο την πρώτη δύσκολη διαδρομή σε ελληνικό βουνό. Μερικές σχοινοσυντροφιές ξένων ορειβατών (Ιταλοί και Γερμανοί) άνοιξαν μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μερικές διαδρομές ακόμα, στον Όλυμπο. Ο Νάτσης είναι ο μόνος Έλληνας που κάνει σκληρή αναρρίχηση πριν τον πόλεμο, το 1938, με τον Botteri να πήγαινει επικεφαλής.
Περίπου την ίδια εποχή, εύκολη αναρρίχηση εκδηλώνεται μαζικά στα Βαρδούσια όπου οι Μαρίνος – Περράκης και στη συνέχεια ο Νάτσης συνοδευόμενος από τους Άννα και Γιάννη Πετροχείλο, άνοιξαν πολλές διαδρομές από το 1936 μέχρι το 1939.
Μετά τον πόλεμο, η αναρρίχηση ξεκινά σταδιακά το 1950. Μέχρι το 1954, ανοίγεται μόνο μια διαδρομή κάθε χρόνο. Από το 1954 έως το 1958, υπήρξε μια αριθμητική αύξηση αναβάσεων. Κατά μέσο όρο 4 έως 5 αναβάσεις ανά έτος.
Το 1958 σηματοδότησε μια νέα αρχή, τουλάχιστον ως προς την ποσοτική ανάπτυξη της Ελληνικής Ορειβασίας. Γίνονται 26 αναβάσεις (αρκετές πρώτες) στα ελληνικά βουνά. Ο αριθμός των αναβάσεων παραμένει, λίγο – πολύ, ο ίδιος το επόμενο έτος.

Όσο για τον αλπινισμό στην αυστηρότερη του μορφή, την ανάβαση δηλαδή κατά τους χειμερινούς μήνες, σε κορυφές από αναρριχητικές διαδρομές, εγκαινιάστηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1959, από τους Λιάγκο – Αντύπα με την πρώτη επιτυχημένη ανάβαση της βορειοδυτικης κορυφογραμμής στο Στεφάνι (2909m) Ολύμπου (διαδρομή Comici, TD). Κάποια άλλες χειμερινές ανεβάσεις, μικρότερης σημασίας, λόγω του σχετικά χαμηλού ύψους των κορυφών που αφορούν, έγιναν το 1962. Θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης ότι στην Ελλάδα δεν μπορούμε να μιλάμε για χειμερινές αναβάσεις σε διαδρομές που βρίσκονται σε ικανοποιητικό υψόμετρο. ‘Ετσι οι συνθήκες για την αναρρίχηση στην πραγματικότητα επιδεινώνονται από τις συνθήκες του χιονιού – πάγου και ο προσανατολισμός παίζει επίσης και αυτός τον ρόλο του.
Οι περισσότερες κλασσικές διαδρομές στις ελληνικές κορυφές είναι εύκολες. Ακόμα και το χειμώνα, δεν παρουσιάζουν τεχνικές δυσκολίες και παραμένουν απλές πεζοπορίες.’Ετσι οι πλειονότητα των φίλων του βουνου δεν διστάζει να τις κάνει παρόλο που δεν έχει την κατάληλη εκπαίδευση. Υπάρχουν άλλες όμως, που τον χειμώνα γίνονται αρκετά δύσκολες και είναι χρήσιμη ή επιβάλλεται η χρήση των κραμπόν, πιολέ και σχοινιού. Μία ημερομηνία που αξίζει να σημειωθεί είναι το 1931, όταν έγινε η πρώτη χειμερινή ανάβαση του Ολύμπου από τους Νάτση, Durier, Δενδρινό και Ιωαννίδη. Οι κλασικές αναβάσεις της Γκιώνας, του Παρνασσού, του Ταϋγέτου, παρουσιάζουν δυσκολίες όπως αυτές των καλοκαιρινών αναβάσεων (από τις κλασσικές διαδρομές) του Belvedere, της aiguille Royges ή της aiguille Tour (το μέγιστο). Αυτές οι διαδρομές, που είναι εύκολες μορφές αναβάσεων στα βουνά των Άλπεων, συχνά περιγράφονται στην Ελλάδα σαν «δύσκολές» χειμερινές αναβάσεις.
Η χειμερινή πεζοπορία, άλλωστε, είναι πιο δημοφιλής από την αναρρίχηση. Είναι ελκυστική, τα βουνά είναι έρημα, τα ορεινά χωριά είναι μικρές βουτιές στη μοναξιά. Οι κορυφές δεν είναι τόσο αφιλόξενες όπως στις Άλπεις το χειμώνα. Η πορεία προσέγγισης είναι συχνά πολύ μεγάλη και γίνεται με σάκους των 20 κιλών, στο μαλακό χιόνι (σκι σπάνια χρησιμοποιούνται για το στάδιο της προσέγγισης, επειδή η χρήση τους είναι πολύ περιορισμένη). Τα βουνά είναι απομονομένα και στην βόρεια Ελλάδα μπορεί να συναντήσει κανείς λύκους.

Τρεις οργανώσεις μοιράζονται τους φίλους του βουνού στην Ελλάδα:

Η Ομοσπονδία Πεζοπορικών Συλλόγων Ελλάδας, αποτελείται από 70 μικρούς και μεσαίους συλλόγους όπου επικρατεί μια εξαιρετικά φιλική ατμόσφαιρα και που γίνονται πολλές πεζοπορίες το καλοκαίρι και τον χειμώνα. Εκτός από τα διάφορα περιοδικά των συλλόγων, η ομοσπονδία επιμελήται ένα μηνιαίο περιοδικό στα ελληνικά: τα «Εκδρομικά Χρονικά«.
Ο Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος (ΕΟΣ), που ιδρύθηκε ως ομοσπονδία το 1930. Έχει 27 τμήματα και 9 ομάδες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Οι κύριες δραστηριότητες του είναι η πεζοπορία στα βουνά, το σκι και οι κατώτερες μορφές χειμερινής ορειβασίας. [ Όπως στην αναρρίχηση, οι Έλληνες ορειβάτες που άνοιξαν τις πρώτες διαδρομές, ανήκαν σε διάφορους ΕΟΣ. Η διαφορετική οπτική γωνία των ενεργών αναρριχητών και η κατεύθυνση των ΕΟΣ οδήγησε σε διάσπαση.] Μετά από μετασχηματισμό του καταστατικού της ομάδας των αναρριχητών από τη διευθύνουσα επιτροπή, η πλειοψηφία των αναρριχητών, ακολουθούμενοι από αρκετούς πεζοπόρους, δημιούργησαν τον ΣΕΟ. Μετά από αυτό ο ΕΟΣ προσπαθεί να δημιουργήσει ένα «φυτώριο» αναρριχητών και μάλιστα μια μικρή ομάδα εκπαιδεύεται από τον ακούραστο Γ. Μιχαηλίδη. Μια ανασκόπηση, πολυτελή για τα ελληνικά δεδομένα, το «Βουνό«, δημοσιεύεται. Περιέχει όμορφες εικόνες, επιστημονικά άρθρα και πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες δραστηριότητες του ΕΟΣ.
Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Ορειβατών του (που εδρεύει στην Αθήνα) δημιουργήθηκε το 1956 από τους διαφωνούντες με τον ΕΟΣ αναρριχητές και κάποιους ορειβάτες άλλων σωματείων. Ο ΣΕΟ Αθήνας, μικρός σύλλογος των εκατό περίπου ανθρώπων, είναι στην πραγματικότητα ένας «κλειστός» σύλλογος, [υπό την έννοια ότι δέχεται νέα μέλη μόνον εφόσον ασκούν πράγματι ορειβασία. Διευθύνεται από τους ορειβάτες και τους ακόλουθούς του που κάνουν μόνο δύσκολες διαδρομές .] Αντλεί την έμπνευσή και την πολιτική του από το Παριζιάνικο «Group de Haute Montagne» (ομάδα ψηλού βουνού). ‘Ενα πνεύμα ένθερμου μυστικισμου κυριαρχεί εκεί. Κυριαρχείται επίσης από την ιδέα ότι o αλπινισμός εμπεριέχει κάποιο είδους «αυτοσκοπού» με ορισμένα συνακόλουθα τα οποία πρέπει να γίνονται σεβαστά και μάλιστα, αν είναι απαραίτητο, σε βάρος κάποιας καλής δουλειάς. Παρά την [αμφισβήτηση] που προκάλεσε η διχαστική προέλευση και αγνότητα του, ο ΣΕΟ έχει σημαντική άμεση ή έμμεση επιρροή, τεχνική και ηθική στην Ελληνική ορειβασία. Από το 1957, οι περισσότερες διαδρομές που ανοίχτηκαν στην Ελλάδα ανοίχτηκαν από μέλη του ΣΕΟ. Ένας πρώτος κατάλογος με τίτλο «Ορειβασία» εκδόθηκε, με μια γαλλική μετάφραση και ένα ολοκληρωμένο χρονικό του Ελληνικού Αλπινισμου, καθώς και ένα τριμηνιαίο ενημερωτικό δελτίο του παραρτήματος.
Σημειώστε ότι και στην Θεσσαλονίκη από την διαίρεση του ΕΟΣ, δημιουργήθηκε ο ΣΕΟ Θεσσαλονίκης. Σύλλογος που ασχολείται περισσότερο με την αλπική πεζοπορία. Είναι μέλος της Ομοσπονδίας Πεζοπορικών Συλλόγων Ελλάδας. [Παρ’ όλα αυτά, μια ομάδα αλπινιστών, με παρεμβάσεις της και ευεργετικές δράσεις ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη,] έχει καταστήσει τον ΣΕΟ Θεσσαλονίκης, την πιο ανοικτή λέσχη για ορειβασία στην ελληνική επαρχία.

Βαρδούσια - Σκόρδα
Βαρδούσια – Σκόρδα

ΙΙΙ. Οι Έλληνες στις Άλπεις.
Δεν αφορά τόσο την ορειβασία στην Ελλάδα, αλλά την ελληνική ορειβασία γενικότερα. Πώς όμως να μην εξετάσουμε τις εξόδους των Ελλήνων στην περιοχή των Άλπεων, η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι η ακρογωνιαία λίθος του Ελληνικού Αλπινισμου;
Κατά το 1922, οι Βάλλας και Νικόπουλος έκαναν το Vignemale. Έχω επίσης, υπόψη μου κάποιες εξορμήσεις της Άννας και του Ιωάννης Πετρόχειλου, πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Mont Rose, aiguille de Tricot (από τις κλασσικές διαδρομές). Δεν νομίζω ότι υπήρξε, εκείνη την εποχή, ένα σημαντικά υψηλότερο επίπεδο.
Το 1951, μια ομάδα Ελλήνων αλπινιστών, με επικεφαλής τον Σωκράτη Λέκκα (τότε«Επίτροπος αναβάσεων» του ΣΕΟ), κάνει το Mont-Blanc και το Jungfrau. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα με καθαρή συνείδηση. [Με το Mont-Blanc, μέσω της κλασσικής διαδρομής, που κατέκτησαν, οι Άλπεις φαίνεται να έχουν εξαντληθεί…] Το 1951 και το 1952 ο Μιχαηλίδης κάνει τις κόψεις Lion και Hornli στο Matterhorn και το Rothorn de Zinal (από την κλασσική). Στη συνέχεια, η εξέλιξη της οργάνωσης των ορειβατικών συλλόγων στην Ελλάδα έχει τις επιπτώσεις της στην παρουσία των Ελλήνων ορειβατών στις Άλπεις.
Από την πλευρά του ΣΕΟ, ήδη από το 1955 μια ντουζίνα ορειβάτες έχουν σχηματίσει σχοινοσυντροφιές αμιγώς ή εν μέρει Ελληνικές. Δεκάδες αναβάσεις στην περιοχή των Άλπεων, συμπεριλαμβανομένης της νότιας direct της Dibona, της διαδρομής Rebuffat στην aiguille du Midi, τη διαδρομή Contamine στην κορυφή 3613 του Mont Blanc du Tacul, η aiguille de Roc-Grepon, την νότια κόψη της Νoire de Peuterey, τη βόρεια πλευρά της Petit Dru, την διαδρομή Menegaux στη aiguille de l’ Μ, είναι οι πιο σημαντικές.
Η επαφή του ΕΟΣ με τις Άλπεις, έχει επίσης αποκατασταθεί. Μερικοί από τους καλύτερους ορειβάτες του ΕΟΣ, έχουν κάνει τα τρία τελευταία χρόνια, εικοσι περίπου διαδρομές μέτριας δυσκολίας. Το επίπεδό τους [(με μία μόνο εξαίρεση, σε σχέση με την ENSA, όπου έκαναν επίπεδο D)] δεν ξεπερνά την τραβέρσα των Petits Charmoz, τη Nonne ή το Moine.
Θα πρέπει να εκθέσω την άποψη μου – ως συμπέρασμα – σχετικά με το τεχνικό επίπεδο του Ελληνικού Αλπινισμού; Θα προτιμούσα να περιοριστώ στην Ελληνική δραστηριότητα στην περιοχή των Άλπεων για μια ασφαλέστερη ή πιο απτή συγκρίση.
Μια σαφής εξέλιξη έχει επιτευχθεί, νομίζω ότι η Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας είναι ευτυχισμένη και πάλι, απλά «με το να είναι παρούσα» αλλά είναι πολύ μακριά από το υψηλό επίπεδο που επιτεύχθηκε από τους ξένους ορειβάτες.

 

* Bleausards=  παρατσούκλι για τους αναρριχητές που σκαρφάλωνουν στο Fontainebleau

Advertisements

2 thoughts on “Ο Αλπινισμός στην Ελλάδα”

  1. Παράθεμα: Ο Αλπινι&s...
  2. Φίλος αναγνώστης μου έστειλε τα παρακάτω σχετικά με τον Χατζηδίνα:

    «Ο Χατζηδίνας είναι πολύ γνωστός μιας και ήταν κορυφαίος της εποχής του. Μάλλον σπούδαζε και δούλευε κάποια χρόνια στο εξωτερικό. Σκαρφάλωνε μαζί με την Γκέκα όταν ήρθε Ελλάδα. Στο εξωτερικό πήγαιναν συχνά αλλά έπερναν οδηγό στο σκαρφάλωμα. Βέβαια πήγαιναν και αυτοί επικεφαλής. Ήταν από τους πρώτους Έλληνες που είχαν εμπειρίες σε μεγάλες διαδρομές στις Άλπεις και γι’ αυτό στην Ελλάδα δίδασκαν. Ο Κορρές ήταν μαθητής τους.»

Αφήστε ένα σχόλιο/Leave a Reply

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s